Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανάγκια (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ανάγκια , 2. ανάγκα̤ Προφορά: ανάγκια
  1. ανάγκη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ανάγκη

    Παραδείγματα:
    1) Έτον ανάγκια να βαπτίεται σήν Τσίτεν έναν μωρόν.
    2) Ανάγκιαν απέσ'-ι-σ', κατάρα να κακοπάθεις. (Να νιώθεις μέσα σου ότι υπάρχει μόνιμα μια ανικανοποίητη ανάγκη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια