Ιδίωμα:
Οινόης
Παραδείγματα:
1) Ετοιμάχκουνταν να παίζουνε να τινάζουν το κοντάρι.
2) Τίνιαξον το δέντρον να ρούζ’νε τα μήλα.
3) Τινιάζ’ ατόν. (τον επιπλήττω, τον μαλώνω)
Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό ρήμα τινάσσω= σείω, κουνώ
Παθητική φωνή:
τινάουμαι= ξαφνιάζομαι, τρομάζω, εξαντλούμαι οικονομικά