Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τινάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τινάζω , 2. τινά̤ζω Προφορά: 1. τινάζω , 2. τινεάζω
  1. ρίχνω, τινάσσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Ετοιμάχκουνταν να παίζουνε να τινάζουν το κοντάρι.
    2) Τίνιαξον το δέντρον να ρούζ’νε τα μήλα.
    3) Τινιάζ’ ατόν. (τον επιπλήττω, τον μαλώνω)

  2. τινάζω, τραντάζω, κλονίζω, χτυπώ, εκσφενδονίζω 1) ρίχνω με ορμή 2) ρίχνω προς τα άνω ή σείω με δύναμη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα τινάσσω= σείω, κουνώ

    Παθητική φωνή:
    τινάουμαι= ξαφνιάζομαι, τρομάζω, εξαντλούμαι οικονομικά

Παρατηρήσεις - Σχόλια