Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οργή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οργή Προφορά: οργή
  1. οργή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὀργή

    Παράδειγμα:
    Βρέχͮ' βρέχͮ’ δυνατά, ντο Θεού οργήν έτον. (φράση, Θεού οργή, κακό από οργή του Θεού)

Παρατηρήσεις - Σχόλια