Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμπελώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αμπελώνω Προφορά: αμπελώνω
  1. κάνω αμπέλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση ποιητική

    Παράδειγμα:
    Κι όσα του κόσμου τ' αμπέλα̤, εκεί φέρ' αμπελώνει.

  2. 1) φυτεύω αμπέλι 2) πληθαίνω, γεννοβολώ (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια