Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

τουκένι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τουκένι Προφορά: τουκένι
  1. μαγαζί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Εξέβανε να σοϊτουρεύ’νε έναν τουκένι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια