Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ομματέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ομματέα Προφορά: ομματέα
  1. ματιά, βλέμμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια