Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μιτάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μιτάρ' Προφορά: μιτάρ
  1. εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο μετακινούνται τα νήματα του στημονιού για να περνάει η σαΐτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό μίτος = νήμα, κλωστή

Παρατηρήσεις - Σχόλια