Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αμνός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αμνός Προφορά: αμνός
  1. 1) τμήμα, λουρίδα του θεριζόμενου χωραφιού 2) στενόμακρο τμήμα του χωραφιού ή λιβαδιού που εθέριζαν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Εκοιμέθαμε (άμον) έναν αμνόν. (κοιμηθήκαμε όση ώρα χρειάζεται για να θεριθεί μια λουρίδα του χωραφιού)
    2) Αμνούς, αμνούς εθέριζαν κι αμνούς απάν' 'κ' εβγάλ'ναν.

    Ιδίωμα:
    Τσίτης, Σταυρί

  2. θάμνος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια