1) τμήμα, λουρίδα του θεριζόμενου χωραφιού
2) στενόμακρο τμήμα του χωραφιού ή λιβαδιού που εθέριζανΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Εκοιμέθαμε (άμον) έναν αμνόν. (κοιμηθήκαμε όση ώρα χρειάζεται για να θεριθεί μια λουρίδα του χωραφιού)
2) Αμνούς, αμνούς εθέριζαν κι αμνούς απάν' 'κ' εβγάλ'ναν.
Ιδίωμα:
Τσίτης, Σταυρί
θάμνοςΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης