Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη τέκ
Ιδίωμα: Οινόης
Παραδείγματα: 1) Τίλα να παίρω μ’ αέκον τούξα σο τέκι μουνα, ναι; 2) Έναν Τέκι πεχτσ̌ήν (φύλακα ) εφήκαν εκεί. (μόνον, Ιδίωμα: Λίτσασας)