Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μηνιαίον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μηνιαίον Προφορά: μηνιαίον
  1. ο μισθός ενός μήνα ενός υπαλλήλου, εκκλησιαστικό βιβλίο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια