Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μοασίρτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μοασίρτς Προφορά: μοασίρτς
  1. πρόσφυγας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    Από το τουρκικό muhasir

    μοασίρτς (ης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια