Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσοχείμαγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσοχͮείμαγος Προφορά: μεσοσείμαγος
  1. αυτός που βρίσκεται στη μέση του χειμώνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά μέσος + χειμάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια