μεσορρύμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μεσορρύμ'
Προφορά: μεσορρύμ
-
μεσιανό ρέμα, τόπος ανάμεσα σε δύο ρέματα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
το μέσον της ρεματιάς
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης