Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσορρύμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσορρύμ' Προφορά: μεσορρύμ
  1. μεσιανό ρέμα, τόπος ανάμεσα σε δύο ρέματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά μέσος + ρύμη

  2. το μέσον της ρεματιάς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια