Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσοτούντουνος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσοτούντουνος Προφορά: μεσοτούντουνος
  1. παλαβός εκείνος που τρέμει ολόκληρος από το κρύο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ελαφρόμυαλος, μισοπάλαβος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια