μεσοτούντουνος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: μεσοτούντουνος
Προφορά: μεσοτούντουνος
-
παλαβός
εκείνος που τρέμει ολόκληρος από το κρύο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ελαφρόμυαλος, μισοπάλαβος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης