Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μεσοκαιρίτες (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσοκαιρίτες Προφορά: μεσοκαιρίτες
  1. μεσήλικας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά μέσος + καιρός

  2. μεσόκοπος μέσης ηλικίας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια