Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κορωνίτσος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κορωνίτσος Προφορά: κορωνίτσος
  1. άχαρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εθάρρεσεν ο κορωνίτσον θα ποτίζ’ν ατον τ’ ευχͮέλαιον.
    2) Ογώ η κορωνίτσα, ατώρα ποίον στράταν θα δα̤βαίνω.

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

Παρατηρήσεις - Σχόλια