Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άλειμμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. άλειμμαν , 2. άλειμμα Προφορά: άλειμμαν
  1. λίπος, στέαρ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) Σα λάχανα ιεύ' άλειμμαν. (λίπος, στέαρ)
    2) Άλειμμαν σ' ωμία σ'. (λεγόταν με κάποια δόση ειρωνείας σ' εκείνους που έκαναν δύσκολη δουλειά)

  2. χοιρινό λίπος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια