Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρότσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρότσα Προφορά: καρότσα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    τετράτροχη άμαξα που την σέρνουν άλογα

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη karoca

Παρατηρήσεις - Σχόλια