Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρίπης (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: καρίπης Προφορά: καρίπης
  1. παράδοξος, αλλόκοτος, φτωχός, ξένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη garip

Παρατηρήσεις - Σχόλια