Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καργιόλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καργιόλα Προφορά: καργιόλα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    σιδερένιο κρεβάτι

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη carricola

Παρατηρήσεις - Σχόλια