Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ὄμνυμι, ὀμνύω που μετεξελίχθηκε σε ὀμνάω
Ιδίωμα: Άνω Αμισού
Παραδείγματα: 1) Δώκαν τονε όμνασμα το θέ’ να τους τρανήσει. (περιποιηθεί) 2) Θα θήκω όρκον σο ραχͮίν κι όμνασμαν σην πιδέβαν.
Ενικός: όμνασμα Πληθυντικός: ομνάσματα