Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

όμνασμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: όμνασμα Προφορά: όμνασμα
  1. όρκος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ὄμνυμι, ὀμνύω που μετεξελίχθηκε σε ὀμνάω

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παραδείγματα:
    1) Δώκαν τονε όμνασμα το θέ’ να τους τρανήσει. (περιποιηθεί)
    2) Θα θήκω όρκον σο ραχͮίν κι όμνασμαν σην πιδέβαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια