Ερμηνεία: ολίγο ξυλά̤ρ' (Βλ. λ. ξυλά̤ρ)
Αρσενικό: Ενικός: ξυλαρωτός Πληθυντικός: ξυλαρωτοί
Θηλυκό: Ενικός: ξυλαρωτός , ξυλαρωτέσα Πληθυντικός: ξυλαρωτοί
Ουδέτερο: Ενικός: ξυλαρωτόν Πληθυντικός: ξυλαρωτά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.