Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καταρράχτρα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καταρράχτρα̤ Προφορά: καταρράχτρεα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    καταρρακτώδης βροχές

    Παράδειγμα:
    Τ' ουρανού τα καταρράχτρα̤ αναχάπαρα ενοίγαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια