Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζουπαντούχς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζουπαντούχς Προφορά: ζουπαντούχς
  1. αγροίκος, βάναυσος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: πολύ ψηλός και με ακανόνιστο ανάστημα

Παρατηρήσεις - Σχόλια