Προέλευση: τουρκική
Παραδείγματα: Ενίασα το κεπίν και τα φυτά κορλία εξέβαν.
Ομμόριζο - Παράγωγο: κορλασ̌εύω (βλαστάνω με δύναμη)
Αρσενικό Ενικός: κορλής
Θηλυκό Ενικός: κορλήσα
Ουδέτερο Ενικός: κορλήν