Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κορκοτίτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κορκοτίτα Προφορά: κορκοτίτα
  1. χόρτο των αγρών χρησιμοποιούμενο για φαγί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

Παρατηρήσεις - Σχόλια