Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

κοντοτάτκον (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: κοντοτάτκον
  1. ορτάρ με κοντό τάτ (το μέρος της κάλτσας που περιβάλει το πόδι) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    1) Το κοντοτάτκον τ' ορτάρ' 'κι στέκ' σο ποδάρι σ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια