Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μωρολοΐα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μωρολοΐα Προφορά: μωρολοΐα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    τα μικρά παιδιά

    Παράδειγμα:
    Εφορτώθεν κρεβατικά, φαϊστικά και τα μωρολοΐας ατουν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια