Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κοκκινίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινίζω
Προφορά: κοκκινίζω
γίνομαι κόκκινος
βάφω με κόκκινον χρώμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1)Τη Κερασινού ο ήλεν κοκκινίζει σε άμον μήλον.
2) Εκοκκίν'τσαν τα μήλα.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια