Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μανέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μανέα Προφορά: μανέα
  1. καπνιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Έκαψες το καρδόπο μου εποίκες ατο μανέαν. (με εβασάνισες πάρα πολύ)
    2) μύκης ο μέλας που φυτρώνει στον αραβόσιτο και λέγεται και μαντάρ’
    3) είδος μύκητος αλμυρού επί των καλάμων φυομένου εν είδει μαλλίου, η αδάρκη των αρχαίων. Ούτω καλείται και ο μέλας μύκης του αραβοσίτου, όστις ονομάζεται και μανέα
    4) το ξύλο που κρατούσαν οι αντίπαλοι στο παιχνίδι της τσ̌άλτικας (τσελικιού)

  2. καπνιά μαύρη κηλίδα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. αιθάλη η μουντζούρα από την κάπνα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια