Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μυστηρεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μυστηρεύκουμαι Προφορά: μυστηρεύκουμαι
  1. εκμυστηρεύομαι φανερώνω το μυστικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Η γαρή επουγαλεύτεν κι εμυστηρεύτεν ατο σον άντραν ατ’ς.

  2. εκμυστηρεύομαι λέω σε κάποιον ένα μυστικό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια