Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψώρα (η) []

Γραφή στην Ποντιακή: ψώρα Προφορά: ψώρα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    δερματοπάθεια που χαρακτηρίζεται από έντονη φαγούρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια