Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψωμιάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψωμά̤ρ' Προφορά: ψωμιάρ
  1. μονάδα ποσού σιτηρών από δεκαέξι μόδια (ένα μόδι = 8,75 λίτρα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. μέτρο έκτασης χωραφιών (περίπου δύο στρεμμάτων) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια