Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψωμάς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψωμάς Προφορά: ψωμάς
  1. αυτός που φτιάχνει και πουλάει ψωμί, το ζώο χελώνα, το κόκκαλο του αστραγάλου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια