ψυχομάχεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ψυχομάχͮεμαν
Προφορά: ψυχομάσεμαν
-
ψυχομάχημα, ψυχοράγημα
η αγωνία του θανάτου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ψυχομαχητό, ψυχοράγγημα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης