Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωβάστρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ωβάστρα , 2. ωβάστρα̤ Προφορά: ωβάστρα
  1. η κότα που γεννά πολλά αυγά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. η φωλιά όπου γεννάει το αβγό της η κότα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια