μυξέας (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: μυξέας
Προφορά: μυξέας
-
μυξιάρης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μυξιάρης, αξιολύπητος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
μυξιάρης
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου