Ερμηνεία: κυρτή σπάθη με λαβήν μαύρην που απέληγε σε δύο αυτιά
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καρακουλάκ
Παράδειγμα: Εξέγκεν το γαράγουλαχ’ και εσούμωσεν ατο ση γούλαν ατ’.
Ενικός: γαράγουλαχιν / γαράγουλαχ' Πληθυντικός: γαράγουλαχια / γαράγουλαχα / γαράγουλαγα