Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλαίω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κλαίω Προφορά: κλαίω
  1. κλαίω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κλαίω

    Παραδείγματα:
    1) Ας κλαίει π’ αποθάν’ παραπονιέμαι.
    2) Κλαίω το κιφάλι μ’. (είμαι κλαψιάρης)
    3) Σόν Άδ’ κλαιμένος θα πάει.
    4) Άμον κλαιμένος Μάρτ’ς. (σκυθρωπός)

Παρατηρήσεις - Σχόλια