κλαδεμάτ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κλαδεμάτ'
Προφορά: κλαδεμάτ
-
1) κατάλληλο για κλάδεμα 2) τα κλαδάκια των δέντρων που έκοβαν το καλοκαίρι, για να χρησιμεύσουν ως τροφή των ζώων κατά το χειμώνα (Ιδίωμα: Σταυρί)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)