Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρακουλάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρακουλάκ' Προφορά: καρακουλάκ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κυρτή σπάθη με λαβήν μαύρην που απέληγε σε δύο αυτιά (βλ. λ. γαραγουλάχ)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καρακουλάκ

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    σπαθί με γυριστή ουρά στολισμένο με ασήμι

Παρατηρήσεις - Σχόλια