Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαλέζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαλέζ' Προφορά: μαλέζ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    νερουλός λαπάς από καλαμποκίσιο αλεύρι φρυγανισμένο για ανθρώπους, οπότε πολλές φορές
    προσέθεταν και φασόλια (μαυροματομάλεζον). Από αφρυγάνιστο αλεύρι, πίτυρα έκαναν τροφή για τ’
    αγελάδια

  2. κορκούτι είδος φαγητού από αλεύρι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. κουρκούτι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Σχόλια:
    είδος φαγητού με αλεύρι και νερό και βούτυρο.
    1. Προέλευση:
    από το αττικόν μαλάττω.

    2. Σχόλια:
    Ενεστώτας: μαλάζω
    Παρατατικός: εμάλαζα
    Μέλλοντας: θα μαλάζω
    Αόριστος: εμάλαξα
    Προστακτική: μάλαξον!
    Παράγωγα ουσιαστικο μαλαχτά ή μαλακτόν, τηγανητό έδεσμα.

    3. Παράδειγμα:
    Ριγομένος είμαι, έλα μάλαξον ολίγον τ' ωμία μ'. - είμαι κρυωμένος έλα κάνε με εντριβή στην πλάτη.

    4. Αναφορά:
    Ει τα μέν σκήτη νομίζομεν υπό ελαίου μαλαττόμενα... (Λουκιανού Ανάχαρσις 24)

Παρατηρήσεις - Σχόλια