Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μαμουκέλας (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαμουκέλας
Προφορά: μαμουκέλας
ανόητος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το μαμούκα
Παράδειγμα:
Άντρας ατ’ς ο μαμουκέλας.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια