Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μανίτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μανίτσα Προφορά: μανίτσα
  1. μανούλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αφήνω τη μανίτσα μου να κλαίει και να ματούται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια