Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαντζιρκόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαντζιρ'κόν Προφορά: μαντζιρκόν
  1. γαλακτοκομικό προϊόν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παράδειγμα:
    Εφορτώθεν βούτορον και κάτ’ κι άλλο μαντζιρ'κόπον.

  2. κάθε γαλακτοκομικό προϊόν Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια