1) είδος μύκητος αλμυρού επί των καλάμων φυομένου εν είδει μαλλίου, η αδάρκη των αρχαίων. Ούτω καλείται και ο μέλας μύκης του αραβοσίτου, όστις ονομάζεται και μανέα
2) το κρέας που σαν μανιτάρι φυτρώνει στο λαιμό ή στην κοιλιά των αγελάδων και το οποίο έδεναν κατά την βάσιν του με κλωστήν μεταξωτήν, δια να ατροφήσει και εξαφανισθεί (Ιδίωμα: Σαντάς)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)