Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

μαντάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαντάρ' Προφορά: μαντάρ
  1. 1) είδος μύκητος αλμυρού επί των καλάμων φυομένου εν είδει μαλλίου, η αδάρκη των αρχαίων. Ούτω καλείται και ο μέλας μύκης του αραβοσίτου, όστις ονομάζεται και μανέα 2) το κρέας που σαν μανιτάρι φυτρώνει στο λαιμό ή στην κοιλιά των αγελάδων και το οποίο έδεναν κατά την βάσιν του με κλωστήν μεταξωτήν, δια να ατροφήσει και εξαφανισθεί (Ιδίωμα: Σαντάς) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Κούσης

Παρατηρήσεις - Σχόλια