Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μανίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μανίκ' Προφορά: μανίκ
  1. μανίκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τσακωμένον χͮέρ’ σο μανίκ’.
    2) Φά’ μανίκ’, φά’. (για κείνους που δίνουν σημασία στην ενδυμασία και την εμφάνιση και όχι στο μυαλό, στο ήθος)
    3) Επήρεν ας έναν κερί φωτίαν το μανίκιν ατες. (η μάνικα σου καίεται)

Παρατηρήσεις - Σχόλια