Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μακρύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μακρύνω Προφορά: μακρύνω
  1. ψηλώνω γίνομαι μακρύς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Το κυπαρέσσι μ’ το λεγνόν ελέγνυνεν κι εμάκρυνεν.
    2) Θα μακρύν η γούλα σ’. (θα πεινάσεις)

  2. μακραίνω, υψηλώνω, υψώνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια