Ερμηνεία: παντέρημο, απ’ όπου δεν περνάει κανείς
Παράδειγμα: Αμασούζ'κον ραχͮ ίν.
Αρσενικό: Ενικός: αμασούζης / αμασούης Πληθυντικός: αμασούζοι / αμασούζ'
Θηλυκό: Ενικός: αμασούζαινα Πληθυντικός: αμασούζ'
Ουδέτερο: Ενικός: αμασούζ΄κον Πληθυντικός: αμασούζ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.