Ερμηνεία: χωρίς να ματωθεί και να τραυματιστεί
Προέλευση: από το στερητικό α και το ματώνω
Παράδειγμα: Αμάτωτος κανείς ‘κ’ επήεν.
Αρσενικό: Ενικός: αμάτωτος Πληθυντικός: αμάτωτοι
Θηλυκό: Ενικός: αμάτωτος Πληθυντικός: αμάτωτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αμάτωτον Πληθυντικός: αμάτωτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.